Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Εικόνες...

Νοσταλγία. Έντονο αίσθημα επιθυμίας επιστροφής σε κάτι που όταν το θυμηθείς, το πρόσωπο σου αποκτά ξαφνικά μια ιδιαίτερη λάμψη και τα χείλια παίρνουν μια μορφή, που δεν την συνηθίζουν τελευταία..Κλείνεις τα μάτια και αναπολείς στιγμές, τα παιδικά σου χρόνια, τον πρώτο σου αγνό έρωτα, την ζωή τότε . Την ζωή τότε...Άραγε πόσοι νέοι θα νοσταλγήσουν αργότερα, την ζωή τώρα; Νοσταλγός άλλης εποχής. Εποχής που δεν ήσουν παρών, που και εκείνη είχε τις αναποδιές της, τα ελλατώματα της, τις δυσκολίες της αλλά στα μάτια σου φαντάζει ιδανική. Ρομαντικός ενίοτε, λάτρης περασμένης δεκαετίας, αυτοκινήτων που στα μάτια άλλων φαντάζουν παλιές λαμαρίνες,  ξεπερασμένης ίσως μουσικής..
Η τεχνολογία προχωράει με υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς, και εμείς στη μέση, τρέχουμε να ακολουθήσουμε μην τυχόν και μας ξεχάσει πίσω..Άραγε θα ήταν κακό..; Να μέναμε μακριά από τις σύγχρονες ανέσεις που μας προσφέρει το διαδύκτιο; Το γυάλινο κουτί,  με τα λογής λογής ανθρωπόμορφα πλάσματα που αγορεύουν, διδάσκουν, συμβουλεύουν και υπνωτίζουν; Χωρίς την αγαπημένη μας νέα ψηφιακή μουσική..?
Από τα ηχεία ακούγεται μια υπέροχη μελωδία, σε αναγκάζει να κλείσεις τα μάτια σου, και ξαφνικά ηρεμείς . Ότι κενό και να υπάρχει μέσα σου, εκείνη τη στιγμή γεμίζει. Γεμίζει με εικόνες, εικόνες δικές σου, εικόνες από κάτι που έχεις δεί στο χαζοκούτι και σου έμεινε για κάποιο λόγο, εικόνες που φαντάζεσαι διαβάζοντας τες από ένα βιβλίο που δανείστηκες από έναν φίλο, εικόνες κλεμμένες από το εξώφυλλο ενός τεύχους.
 Ίσως να σκεφτείς ότι βρίσκεσαι σε μια ερημική παραλία, τριγυρισμένος από φοινικόδεντρα και ξαπλωμένος στην αμμουδιά να απολαμβάνεις το ηλιοβασίλεμα. Βλέπεις το πρόσωπο σου για πρώτη φορά γαλήνιο.
 Ίσως, ότι απολαμβάνεις το πρωινό σου καφέ στο χαμηλό μπαλκόνι, και ξαφνικά νότες του Χατζιδάκη ,απο τη λατέρνα που περνά, να σε κάνουν συντροφιά. Και το βαλς σαν βάλσαμο, το νιώθεις μεσ' το αίμα.
 Ίσως έχεις εξερευνήσει μέρη μακρινά, περπάτησες όλο τον κόσμο, γνώρισες διαφορετικούς ανθρώπους , και κατά έναν (καθόλου) περίεργο τρόπο, ήσασταν ίδιοι. Κάπου στη Σαχάρα τους συνάντησες, παρόλο που δεν κατάλαβες τον στίχο, ένιωσες το τραγούδι σαν να ήταν γραμμένο στη γλώσσα σου.
Ίσως ότι πίνεις το ουζάκι σου σε ένα παλιό ξύλινο τραπέζι, η ορχήστρα απέναντι σου. Οι συζητήσεις δεν είναι του παρόντος, ο ήχος του τρίχορδου είναι ο μόνος που έχει τον λόγο. Εδώ, ο κάθε στίχος αποτυπώνει ένα βάσανο, έναν έρωτα, τη ζωή..Και εσύ ταξιδεύεις με την καρδιά σου..    
Ίσως να βρέθηκες κάποια στιγμή σε ένα σοκάκι της Νέας Υόρκης. Τίποτα γύρω σου δεν σου θύμιζε την εποχή που ζείς. Ντυσίματα που σου φαίνονταν παράξενα, χτενίσματα, συμπεριφορές. Κάτι σε χάιδεψε τα αυτιά, γνωστός ο ήχος
Αργότερα θα ανοίξεις τα μάτια, θα αντικρίσεις ξανά το κελί της καθημερινής σου ρουτίνας,  θα αντικρίσεις έξω την ρυτιδιασμένη καθημερινότητα, ανθρώπους κουρδισμένους για το πρόγραμμα τους, που η λέξη καλημέρα δεν είναι μέσα σε αυτό. Και θα ανοίξεις ξανά το χαζοκούτι, θα αναρωτηθείς για ακόμα μια φορά, 'Μας περνάνε για μαλάκες ;'. Θα την κλείσεις απογοητευμένος και επηρεασμένος και θα θελήσεις να ξανακλείσεις τα μάτια σου έστω για λίγο, για να ξαναβρεθείς εκεί που ήσουν, εκεί που όλα έμοιαζαν τόσο γαλήνια. Εκεί, που παρόλο που δεν είχες τόσες πολυτέλειες, δεν σου έλειπε τίποτα, ίσως και να είχες περισσότερα. 
Στο χέρι του καθενός είναι να φέρει τη κοινωνία στα μέτρα του, πόσο μάλλον τη ζωή του . Ακόμα και αν είναι αναγκασμένος να συμβαδίσει με τρόπους ζωής που δεν είναι στις επιλογές του, μέσα του θα υπάρχουν πάντα η σκέψεις, που σαν θα κλείσει τα μάτια του, θα τις βρει μπροστά του. Λέτς γκόου ε τρίπ του Κύθηρα... 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.